ΝΕΑ

Οι μεγάλες ταινίες, η περιπέτεια με τον «Αλέξανδρο» του Στόουν και ο εμπρησμός του Ιντεάλ

Aντε με το δεξί στο θερινό σινεμά. Το εναρκτήριο λάκτισμα από την Παρασκευή, ανήμερα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Οι διανομείς και οι αιθουσάρχες ελπίζουν στην έλξη που θα ασκήσουν οι 100 και πλέον φρέσκες παραγωγές. Καθώς και πλήθος επαναλήψεων. Οπως «Το μωρό της Ρόζμαρι». Ο Ηλίας Γεωργιόπουλος του «Ανεσις» στοιχηματίζει στα εντελώς ολοκαίνουρια μηχανήματα προβολής και ήχου. «Σαν αυτά μόνο στη δική μου αίθουσα». Και άπαντες ελπίζουν σε δύο πράγματα: πρώτον, στην ακατανίκητη γοητεία του ανοιχτού σινεμά, του θερινού. Κάτω από τον έναστρο ουρανό. Εφεύρεση σπάνια και Made In Greece. Δεύτερον, στο πάθος των έγκλειστων θεατών που ήρθε η στιγμή να απελευθερωθούν από τα δεσμά του καναπέ και τις αγαπημένες τους αίθουσες να κατακτήσουν.
Ενας από τους ελάχιστους θρυλικούς επιχειρηματίες της ελληνικής κινηματογραφικής πιάτσας είναι ο Γιώργος Σπέντζος. Με το γνωστό σήμα Spentzos Film. Στην πιάτσα ολόκληρο μισό αιώνα. Και αντέχει για άλλα τόσα.

Ο Γιώργος, ο μεγάλος απόγονος του ιπτάμενου πιλότου της Πολεμικής Αεροπορίας Χρήστου Σπέντζου. Μια φίρμα που επιχειρεί εδώ και 75 χρόνια. Ο Γιώργος λοιπόν είναι το αποτέλεσμα ενός σπάνιου μείγματος. Τριών «ουσιών»: πολύχρονη πείρα το πρώτο. Θρυλικές επιδόσεις τόσο στα ταμεία όσο και στις διεθνείς γνωριμίες το δεύτερο. Και τρίτο η λατρεία. Δηλαδή πάθος να βλέπει, να απολαμβάνει ταινίες. Ισως ο μοναδικός διανομέας και αιθουσάρχης που τον βλέπεις στο σκοτάδι να τρυπώνει στην αίθουσα για να συναντηθεί με κάποια ταινία. Που στα διεθνή φεστιβάλ βλέπει ακατάπαυστα από το πρωί μέχρι τα ξημερώματα. Που διαρκώς μιλάει για σινεμά. Που ακόμα και έπειτα από 50 χρόνια ανακαλύπτει νέα πράγματα, όπως τα μωρά στους βρεφονηπιακούς σταθμούς. Απίστευτος! Πώς να το πω; Είναι δρομέας μεγάλων αποστάσεων!

Αετός με φτερά

Γι’ αυτό αποφάσισα να τον συναντήσω. Γι’ αυτό εκείνος αιφνιδιάστηκε. Δεν το περίμενε. Κακώς. Και γι’ αυτό έγινε αυτή η κουβέντα. Με αφορμή τα καλοκαιρινά εγκαίνια. Για να δούμε τι θα δούμε, πού θα στοιχηματίσουμε και με ποιους κανόνες θα πορευτούμε.
Εξ όσων γνωρίζω, η μικρή αυτοκρατορία Spentzos οργανώθηκε από τον πατέρα σου. «Φυσικά. Από τον Χρήστο Σπέντζο το 1947. Η πρώτη αίθουσα ήταν τα “Παναθήναια”. Και να ξέρεις, μέχρι τότε ο πατέρας μου ήταν πιλότος στην Πολεμική Αεροπορία. Γι’ αυτό έχουμε τον αετό για σήμα. Επειδή ήταν ιπτάμενος».

Υπήρξε και παραγωγός; «Δική του παραγωγή με συμπαραγωγό Αιγύπτιο, γυρισμένη στα στούντιο του Καΐρου, το 1947, ήταν η κωμωδία “Καθυστερημένος στον έρωτα” με πρωταγωνιστές τον Κώστα Χατζηχρήστο, τον Κούλη Στολίγκα, την Καλή Καλό κ.ά. Μάλιστα θυμάμαι ξεκαρδιστικές σκηνές με τον Χατζηχρήστο να τον πιάνουν φαγούρες όταν του έρχονταν ερωτικές επιθυμίες».

Κάπως έτσι αρχίζει να χτίζεται η μικρή αυτοκρατορία Spentzos Films; «Tο 1948 επακολουθεί “Ο κόκκινος βράχος” με σκηνοθέτη τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Εμβληματική φυσιογνωμία. Το σενάριο προέρχεται από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Ξενόπουλου, το οποίο μάλιστα είχε διασκευαστεί σε θεατρική εκδοχή ως “Φωτεινή Σάντρη”. Τα γυρίσματα έγιναν στη Ζάκυνθο. Τα θυμάμαι όλα, αν και ήμουν πολύ μικρός».

Συνολικά, η παραγωγή του Σπέντζου πόσες ταινίες μετράει; «Πολλές, περίπου σαράντα. Ανάμεσά τους το “Aμάρτησα για το παιδί μου” με την Ελένη Χατζηαργύρη. Παρεμπιπτόντως, υπήρξα πρωταγωνιστής, σε ηλικία περίπου 6 ετών, στο μελόδραμα “Eτσι έσβησε η ζωή μου”, όπου η Αλέκα Κατσέλη έπαιζε τη μητέρα μου και ο Θάνος Κωτσόπουλος τον πατέρα μου. Αν δεν είχα απέναντί μου τον Βασιλάκη Καΐλα, θα είχα κάνει μεγάλη καριέρα. Ο αθεόφοβος, με συνέτριψε στο κλάμα!».

«Η σιωπή των αμνών»

Παράλληλα με την παραγωγή, η εταιρεία επιχειρούσε και στη διανομή και την ενοικίαση αιθουσών της εποχής. «Εκτός από τα “Παναθήναια” εξασφαλίζει το “Ιντεάλ” στην Πανεπιστημίου, εδώ που βρίσκεται ακόμα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Μέχρι τότε το “Ιντεάλ” λειτουργούσε ως θέατρο της σπουδαίας Κατερίνας Ανδρεάδη. Από ξένες ταινίες θυμάμαι σπουδαίες γαλλικές παραγωγές όπως το “Κόκκινο και το μαύρο”, “Τα μεγάλα γυμνάσια”, “Το μεροκάματο του τρόμου”, “Καν Καν”, “Οι διαβολογυναίκες” με τη Σιμόν Σινιορέ. Και φυσικά αγγλικές, ιταλικές και χολιγουντιανές».

Είχατε εξασφαλίσει δικές σας ταινίες; «Επί Χρήστου Σπέντζου όχι. Ο πατέρας ήταν ελεύθερος σκοπευτής στην αγορά. Οταν όμως εγώ, ως μεγαλύτερος, μαζί με τα αδέλφια μου Αλέξανδρο και Σπύρο αναλάβαμε τα ηνία, τότε ξεκινήσαμε μια συνεργασία με την εταιρεία EMI. Ετσι αναλάβαμε τη διανομή πασίγνωστων τίτλων, δηλαδή “Εγκλημα στον Νείλο”, “Εγκλημα κάτω από τον ήλιο” με Πίτερ Ουστίνοφ στον ρόλο του Ηρακλή Πουαρό της Αγκαθα Κρίστι. Μετά με τις ναυαρχίδες της Fox όπως “Η επιστροφή των Τζεντάι”, “Το διαμάντι του Νείλου”, “Ο πόλεμος των Ρόουζ”, το “Απέραντο γαλάζιο”. Μετά με Orion όπως “Η σιωπή των αμνών”, “Ο Μισισιπής καίγεται”, το “Αδιέξοδο” με τον Κέβιν Κόστνερ. Και για ένα διάστημα είχαμε και την Disney».

Ο Μεγαλέξανδρος ως ομοφυλόφιλος

Μια και το ’φερε η κουβέντα, θυμίζω μερικές θρυλικές περιπτώσεις ταινιών που έκαναν πρεμιέρα στο «Ιντεάλ», σε αποκλειστική διανομή από τη Spentzos: «Underground» του Εμίρ Κουστουρίτσα, «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο, «Αγγλος ασθενής», «Αλέξανδρος» του Ολιβερ Στόουν, «Η ζωή είναι ωραία» του Ρομπέρτο Μπενίνι, «Το πράσινο βιβλίο», η τριλογία των «Hunger Games», «Ελαφοκυνηγός», «Λούφα και παραλλαγή», «Safe Sex», «Alien», «Μόνος στο σπίτι», «Πολύ σκληρός για να πεθάνει» και πλήθος άλλων. Με απλά λόγια, το «Ιντεάλ» του Σπέντζου, ένα από τα καλύτερα σημεία διασκέδασης αλλά και ένα από τα κορυφαία κινηματογραφικά «φροντιστήρια».

«Αξιομνημόνευτη περίπτωση ο “Αλέξανδρος” του Ολιβερ Στόουν, όταν 24 δικηγόροι απαιτούσαν απαγόρευση της ταινίας επειδή ο Αμερικανός σκηνοθέτης παρουσίαζε τον Μεγαλέξανδρο ως ομοφυλόφιλο».

Θαυμάσια και δωρεάν διαφήμιση! Τελικά πώς έγινε και έχασες τα δικαιώματα όλων αυτών των θηρίων της παγκόσμιας παραγωγής; «Υπήρξε μεγάλη πίεση από το εξωτερικό. Και σιγά-σιγά η εταιρεία άρχισε να φθίνει. Τώρα συνεργάζομαι με τον Αντώνη Μανιάτη και πορευόμαστε συνεργαζόμενοι κυρίως με ανεξάρτητες εταιρείες».

Εκτός από το «Ιντεάλ», ποιες άλλες χειμερινές αίθουσες έχεις στην κατοχή σου; «Το “Σινεάκ” στον Πειραιά, την “Αβάνα”, το “Σινέ Χολαργός” καθώς και το “West City”, ένα mini plex στο Μπουρνάζι με τέσσερις αίθουσες. Αυτό είναι του συνέταιρού μου Αντώνη Μανιάτη».

Και τα θερινά; «Το “Φιλοθέη”, το “Σινέ Γαλάτσι” και την “Αβάνα”».

Από τον περασμένο Νοέμβριο όλα κλειστά! «Μας κλείσανε στις 12 Οκτωβρίου του 2020. Οσο για το τι μέλλει γενέσθαι, περιμένουμε τα νεότερα από τον ερχόμενο Σεπτέμβρη. Αν τώρα υπολογίσεις τα ενοίκια ενός χειμερινού κινηματογράφου, που κυμαίνονται από 3.000 έως 4.000 ευρώ επί 12μηνης βάσης, αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος της τεράστιας ζημίας».

Και οι κρατικές επιδοτήσεις; «Δεν μας καλύπτει η επιδότηση. Μόνο για ορισμένους μήνες και όχι για όλους».

Αντέχεις; «Αισιοδοξούμε με το άνοιγμα των θερινών. Και το παλεύουμε. Μαζί με την καλή ψυχολογία όλων των ενδιαφερομένων και των θεατών. Και με την πίστη ότι το κοινό θα σηκωθεί από τους καναπέδες και θα επιστρέψει στο αγαπημένο του κάθισμα κάποιου θερινού σινεμά».

Μερικές δικές σας ταινίες που ελπίζεις να λειτουργήσουν άκρως ελκυστικά; «Πιστεύουμε στον “Πατέρα”, που θα κάνει πρεμιέρα στις 8 Ιουλίου. Απίστευτο ρεσιτάλ ερμηνείας από Αντονι Χόπκινς. Με το σπαθί του κέρδισε το Οσκαρ Α’ Aνδρικού Pόλου. Ακόμα ποντάρουμε στην αγγλική “Υποσχόμενη νέα γυναίκα”, που θα εξέλθει στις 17 Ιουνίου. Και αυτή είναι οσκαρική. Καθώς και μια χαριτωμένη γαλλική κωμωδία με τον Κριστιάν Κλαβιέ που λέγεται “Μυστικά στο Σαν Τροπέ”».

Τα ονόματα του «Ιντεάλ»

Τριμελής η οικογένεια των απογόνων του Χρήστου Σπέντζου; «Εγώ ο μεγαλύτερος, μετά ο Αλέξανδρος και ο βενιαμίν Σπύρος. Και από το 1997 έχουμε και τη Spentzos Α.Ε. με συνέταιρό μας τον Αντώνη Μανιάτη, κι αυτός γιος κινηματογραφιστή. Δηλαδή συνέταιροι οι απόγονοι παλιών κινηματογραφιστών».

Σόι πάει το βασίλειο… Θυμάσαι κάποια μεγάλα ονόματα που επισκέφτηκαν το «Ιντεάλ»; «Ξεχνιούνται; Ποτέ. Εχουν έρθει γνωστοί πρωταγωνιστές όπως ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις για το “Aριστερό μου πόδι”. Και μάλιστα όλα τα έσοδα πήγαν για την υποστήριξη της εταιρείας σπαστικών. Για την πρεμιέρα του “Αμλετ” είχε έρθει ο Αλαν Μπέιτς. Το ίδιο με τους πρωταγωνιστές της ταινίας του Ντέιβιντ Λιν “Το πέρασμα στην Ινδία”. Η πρεμιέρα για το “Απέραντο γαλάζιο” του Λικ Μπεσόν με εισιτήριο 5.000 δραχμές. Τα έσοδα, από τα πρώτα βαλάντια που κατατέθηκαν υπέρ της ανέγερσης του Μουσείου της Ακρόπολης, το οποίο επρόκειτο να χτιστεί από τότε».

Και από τους πιο πιστούς θεατές του «Ιντεάλ»; «Ο πιο πιστός ήταν ο Δημήτρης Μαρωνίτης. Κάθε εβδομάδα. Καθώς και η Ολγα Κεφαλογιάννη και ο Γιάννης Ξανθούλης».

Είχε καεί το «Ιντεάλ», έτσι δεν είναι; «Το 1989. Και ξανάγινε από την αρχή με γαλλικά καθίσματα Kinet. Τα ίδια όπως στο Φεστιβάλ των Καννών».

Τα μέτρα που θα πάρεις; «Οι μάσκες, οι αποστάσεις, το 75% πληρότητα, το διάλειμμα που δεν γίνεται».

Εμβολιασμένος; «Και με τις δύο δόσεις. Τώρα μια και τα λέμε, πόσες φορές σε έχω πετύχει στο Φεστιβάλ των Καννών; Απειρες;».

«Αν έχεις τύχη, διάβαινε»

Για πες, ποια τα κριτήρια εμπορικής επιτυχίας μιας ταινίας; «Εκτός από τα γνωστά και αυτονόητα, όπως τα ονόματα των πρωταγωνιστών και των σκηνοθετών, και εκτός από τις υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ, τα λεγόμενα blockbusters, παίζoυν ρόλο το ένστικτο του διανομέα και η τύχη εκείνης της στιγμής. Για παράδειγμα, όταν εξασφαλίσαμε τις “Πράσινες τηγανητές ντομάτες” όλοι χλευάζανε και έλεγαν “Μα τι είναι αυτό; Μανάβικο;”. Τελικά το… μανάβικο έσκισε στα ταμεία. Το ίδιο συνέβη και με το “Αριστερό μου πόδι”. Κανείς δεν πίστευε ότι θα πάει πολύ καλά γιατί το θέμα ήταν δύσκολο και ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Αν έχεις τύχη, διάβαινε».

Αλλά κριτήρια; «Το ρεύμα της εποχής και οι μόδες. Για παράδειγμα, με τον βομβαρδισμό στη Γιουγκοσλαβία οι πολεμικές περιπέτειες έκλεισαν κάστρα, που λέμε κι εμείς της πιάτσας. Ο κόσμος είχε χορτάσει πολεμικό θέαμα από την τηλεόρασή του».

Κι εμείς οι κριτικοί; Τίποτα; «Μόνο για τις ταινίες που χρειάζονται ανάλυση σε πολλά επίπεδα, τις λεγόμενες “ποιοτικές ταινίες”. Οσο και να βρίζουν οι κριτικοί, οι υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ θα κάνουν τα εισιτήριά τους. Οπως με τους σούπερ ήρωες της Marvel».

Και τώρα με την πανδημία και τον εγκλεισμό, οι πλατφόρμες σάς έκοψαν τα πόδια. Μπας και οι θεατές έχουν εθιστεί και τώρα όπου φύγει φύγει; «Δεν το πιστεύω αυτό. Αρνούμαι να το πιστέψω. Το πραγματικό σινεμά είναι αναντικατάστατο. Καμία πλατφόρμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει και να υποκαταστήσει το μεγαλείο της οθόνης. Φυσικά οι πλατφόρμες μάς έχουν επηρεάσει πάρα πολύ. Σκέψου μόνο ότι με 8 ευρώ τον μήνα οι συνδρομητές μπορούν να βλέπουν εκατοντάδες ταινίες».

Το ζυμάρι του Τζακ Νίκολσον

Ποιες οι δέκα πιο αγαπημένες σου κινηματογραφικές ταινίες; «Α, με πιάνεις αδιάβαστο… Πρόχειρα, όμως, μπορώ να αναφέρω αγαπημένους τίτλους όπως “Σινεμά o παράδεισος”, το “Il Postino” (Ο Ταχυδρόμος), καθώς και το θρυλικό φιλμ νουάρ του Μπομπ Ράφελσον “Ο ταχυδρόμος χτυπάει δύο φορές”. Φαντάζομαι να θυμάσαι εκείνη την καυτή ερωτική σκηνή με Τζακ Νίκολσον και Τζέσικα Λανγκ, πάνω σε έναν πάγκο που αυτός ζύμωνε ψωμί».

Ξεχνιέται; Ποτέ! «Οταν ο Μπομπ Ράφελσον ήρθε στην Ελλάδα τον συνόδευσα για τρεις ημέρες στη Σκιάθο. Και όταν τελείωσε το τριήμερο, μου λέει “Γιώργο, μου αρέσει εδώ και θα μείνω δύο μέρες ακόμα”. Εγώ γυρίζω στο γραφείο. Μετά από τέσσερις ημέρες με παίρνει η γυναίκα του από Λος Αντζελες και ανήσυχη μου λέει: “Ο άνδρας μου εξαφανίστηκε”. Τι να κάνω; Επιστρέφω στη Σκιάθο και αρχίζω να ψάχνω ρωτώντας τους ντόπιους. Τελικά τον ανακαλύψαμε να δουλεύει σε φούρνο γιατί ήθελε να μάθει να ζυμώνει για να διαπιστώσει αν οι σκηνές του ήταν ρεαλιστικές. Πώς είναι το ζυμάρι δηλαδή».

Αλλη ιστορία; «Οταν με τον Πίτερ Ουστίνοφ επισκεφτήκαμε τις Φιλιππίνες για την πρεμιέρα της ταινίας “Εγκλημα στον Νείλο”. Εκεί γνωρίσαμε τη γυναίκα του δικτάτορα Μάρκος, την Ιμέλντα Μάρκος. Μου είπε λοιπόν ο Ουστίνοφ που, εκτός από ηθοποιός, ήταν πολύγλωσσος, μεταφραστής και συγγραφέας: “Η χειρότερη εμπειρία της ζωής μου ήταν στο Τόκιο σε μια θεατρική παράσταση μπροστά σε χίλιους θεατές. Την ώρα που υποκλίθηκα είδα μπροστά μου χίλιες μάσκες, ανέκφραστα πρόσωπα. Δεν κατάλαβα αν τους άρεσε ή όχι. Ακόμα δεν έχω καταλάβει”».

Πόσα χρόνια στο κουρμπέτι; «Συμπλήρωσα μισό αιώνα».

Πόσες θερινές αίθουσες λειτουργούν στην Αττική; «Περίπου εκατό. Δυστυχώς, έμαθα ότι κι αυτό το καλοκαίρι δεν θα λειτουργήσει η “Αίγλη” καθώς και το “Σινέ Παρί”. Αλλά ευτυχώς, θα λειτουργήσει η “Δεξαμενή”».

Και από τις χειμερινές; «Εμαθα ότι είναι αμφίβολο το μέλλον του “Πτι Παλαί”, αλλά και ότι θα επαναλειτουργήσει το “Ελυζέ” των Ιλισίων».

«Δεν πεθάναμε ακόμα»

Και τα εισιτήρια; Σε πτώση φυσικά; «Τα τελευταία συνολικά νούμερα για το 2019 έκλεισαν με 9.500.000 εισιτήρια πανελλαδικά».

Δηλαδή ούτε μία φορά τον χρόνο κάθε Ελληνας στο σινεμά. Και φαντάσου τους Γάλλους με το ρεκόρ των τεσσάρων επισκέψεων ετησίως ανά θεατή. Το ίδιο και με τους Αμερικανούς. «Παρ’ όλα αυτά, πορευόμαστε και η ελπίδα πεθαίνει τελευταία».

Θα αντέξει ο Γιώργος; «Ναι, αφού αντέξαμε 75 χρόνια στον χώρο, θα αντέξω και για τα επόμενα. Δεν τα βάζω κάτω. Οπως έλεγε και το γνωστό σύνθημα του τοίχου: “Νεκροθάφτη, δεν πεθάναμε ακόμα”».

Αντε να τα χιλιάσεις!

Οι πρεμιέρες

Από την προηγούμενη Παρασκευή, ανήμερα Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, κυκλοφόρησαν 7 νέες παραγωγές παρέα με μια επανάληψη της δεκαετίας του ’50. Επτά τίτλοι η εξής μία: «Nomadland». Στα όρια του αριστουργήματος. Εχουμε και λέμε λοιπόν:

■ «Nomadland» της Κλόε Ζάο. Οπου νομάδες εποχικών εργαζομένων, το νεοσύστατο «σπορ» στην εργατική ιστορία των ΗΠΑ, περιφέρονται στις αχανείς εκτάσεις των Μεσοδυτικών Πολιτειών. Χωρίς τίποτα να χάσουν ή να κερδίσουν, αρχίζουν να συνάπτουν σχέσεις αλληλεγγύης, φιλίας και καρδιάς. Περίπου σαν ντοκιμαντέρ. Εξαιρετική. Με τρία Οσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας στη μικροσκοπική και 38χρονη Κινέζα Κλόε Ζάο και Α’ Γυναικείου Ρόλου, το τρίτο στη σειρά για την ιδιαίτερη Φράνσις ΜακΝτόρμαντ.

■ «Πρόστιμο». Η πρώτη ελληνική καλοκαιρινή παρουσία. Θα επακολουθήσουν άλλες τρεις όπως «Ο ράφτης» της Σόνιας Κέντερμαν. Σας διαβεβαιώ είναι διαφορετική και υποδειγματική. Οπως «Monday» του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου. Δεξιοτέχνης ο Αργύρης. Και όπως «Ο άνθρωπος του Θεού» με Αρη Σερβετάλη, Μίκι Ρουρκ, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη με θέμα τον Αγιο Νεκτάριο της Αίγινας. Το «Πρόστιμο» του Φωκίωνα Μπόγρη με μια πινακοθήκη «τεράτων» από τα «σκουπίδια» του περιθωρίου. Περίπου αυθεντικό αντίγραφο ταινιών του Γιάννη Οικονομίδη. Με άφθονο υβρεολόγιο. Με ωκεανούς ναρκωτικών. Με μπόλικη βία. Και με δύο εντυπωσιακές φατσάρες, του Βαγγέλη Ευαγγελινού και του Στάθη Σταμουλακάτου.

■ «Οι μάγισσες» (The Witches) της Ρόμπερτ Ζεμέκις. Παρεμπιπτόντως, στο σενάριο έβαλε το χεράκι του και ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Με Αν Χάθαγουεϊ, Ολίβια Σπένσερ, Στάνλεϊ Τούτσι. Οπου νεαρό ορφανό αγόρι με τη γιαγιά του στην Αλαμπάμα. Μόλις, όμως, συναντήσουν λαμπερές, διαβολικές μάγισσες, η γιαγιά αναλαμβάνει δράση και απομακρύνεται με το αγόρι σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο δίπλα στη θάλασσα. Τότε, όμως, καταφτάνει η ανώτατη μάγισσα με σκοπό να ολοκληρώσει τη διαβολική αποστολή της. Αμάν!

■ «Wonder Woman» της Πάτι Τζέκινς με την καλλονή Γκαλ Γκαντότ αλλά και Ρόμπιν Ράιτ, Κρις Πάιν. Φυσικά ο κόσμος απειλείται. Φυσικά η superwoman πρόκειται να τον σώσει. Και φυσικά η εν λόγω «χάρτινη» ιστορία απευθύνεται, κυρίως, στην πιτσιρικαρία.

■ «Soul». Κινούμενα σχέδια. Και Οσκαρ Καλύτερου Animation. Με δύο σκηνοθέτες, παρακαλώ. Με τις φωνές του Τζέιμι Φοξ, της Τίνα Φέι και άλλων. Και στη μεταγλωττισμένη ελληνική εκδοχή ακούγονται Ειρήνη Τσίγκα, Πάνος Τοψίδης, Κώστας Φιλίππογλου. Κεντρικός ήρωας ένας τύπος που ονειρεύεται να γίνει διάσημος πιανίστας της τζαζ. Και για μικρούς και για μεγάλους.

■ «Εξι λεπτά πριν τα μεσάνυχτα» (Six Minutes to Midnight). Σε σκηνοθεσία Αντι Γκόνταρντ με Τζούντι Ντεντς, Τζιμ Μπρόουντμπεντ, Εντι Ιζαρντ. Το στόρι από αληθινά γεγονότα, κάπου το 1939. Οπου κάποιος Τόμας προσλαμβάνεται από αγγλικό κολέγιο για να διδάξει Αγγλικά στις κόρες υψηλόβαθμων στελεχών των ναζί. Οταν, όμως, εντοπίζεται το πτώμα ενός πρώην δασκάλου, ο Τόμας κατηγορείται για φόνο. Ακούγεται ενδιαφέρον. Για να δούμε.

■ «Τρία υπέροχα κορίτσια» (E Per Il Tuo Bene). Ιταλική κομεντί του Ρολάντο Ραβέλο με Ιζαμπέλα Φεράρι, Βιντσέντζο Σαλέμε, Κλαούντια Παντόλφι. Κατά βάθος, πρόκειται για μικρό copy/paste της γαλλικής ξεκαρδιστικής κωμωδίας «Θεέ μου, τι σου κάναμε;» του 2014. Αλησμόνητες πλάκες.

Προσεχώς, τα «βαριά χαρτιά»

Μερικοί δελεαστικοί τίτλοι που συνοδεύονται με αγαπημένα πρόσωπα. Τα λεγόμενα «βαριά χαρτιά». Τα blue chips των καλοκαιρινών αιθουσών. Οι «φανέλες». Ετσι, σκόρπια:

■ «Πατέρας» με Αντονι Χόπκινς, στις 8 Ιουλίου.

■ «Υποσχόμενη νέα γυναίκα», αγγλική και οσκαρική με Κάρεϊ Μάλιγκαν, στις 17 Ιουνίου.

■ «Still Water» με Μπεν Αφλεκ, στις 19 Αυγούστου.

■ «Το φεστιβάλ του Ρίφκιν», η τελευταία και σχεδόν «απαγορευμένη» του Γούντι Αλεν, στις 15 Ιουλίου.

■ «Αυτοί που εύχονται τον θάνατό μου», περιπέτεια με Αντζελίνα Τζολί, 10 Ιουνίου.

■ «Minari», η οσκαρική με Κορεάτες στις ΗΠΑ, στις 24 Ιουνίου.

■ «Black Widow» της Marvel με Σκάρλετ Γιόχανσον, στις 8 Ιουλίου.

Καθώς και οι ελληνικές που ακούγεται ότι είναι καλοφτιαγμένες και ιδιαίτερες:

■ «Ο ράφτης» της Σόνια Λίζα Κέντερμαν στις 3 Ιουνίου.

■ «Μήλα» του Χρήστου Νίκα, με Αρη Σερβετάλη πάλι, στις 3 Ιουνίου.

■ «Ο άνθρωπος του Θεού» της Γελένα Πόποβιτς, με Αρη Σερβετάλη, Μίκι Ρουρκ, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, στις 26 Αυγούστου.

Από τους πλανόδιους του 1900 στην «Μπομπονιέρα» και το «Paris»

Ελληνικής εμπνεύσεως το θερινό σινεμαδάκι. Από τη δαιμόνια επινοητικότητα του Νεοέλληνα. Και φυσικά λόγω ιδιαίτερων καιρικών συνθηκών. Τα πρώτα θερινά στις αρχές του 1900. Από διάφορους πλανόδιους. Εστηναν ένα τεράστιο πανί σε υπαίθριους χώρους, κυρίως πλατείες, και εκεί γινόταν η προβολή της ταινίας. Με την πάροδο των χρόνων το σπορ άρχισε να αποκτά οπαδούς. Κάτω από τον έναστρο ουρανό ήταν κάτι μοναδικό και μαγικό.

Το παλιότερο θερινό σινεμά της Αθήνας ήταν μέχρι το καλοκαίρι του 2019 ακόμα ανοιχτό. Φυσικά η «Αίγλη» στο Ζάππειο, που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1903. Πρώτη ταινία που παρακολούθησαν οι Αθηναίοι η γαλλική «Δέκα γυναίκες κυνηγούν έναν άντρα».

Στα βόρεια προάστια, και συγκεκριμένα στην Κηφισιά, από το 1918 λειτουργεί ένα από τα πιο ιστορικά θερινά σινεμά, η «Μπομπονιέρα».

Ενα από τα παλιότερα θερινά σινεμά της Αθήνας -μπορεί και της Ελλάδας- ήταν το «Paris». Ανοιξε το 1920 και βρίσκεται στους πρόποδες της Ακρόπολης, στο κέντρο της πόλης. Η ιδέα για τη δημιουργία ενός θερινού κινηματογράφου ήταν ενός Ελληνα κομμωτή που ζούσε πολλά χρόνια στο Παρίσι και εξαιτίας αυτού το ονόμασε «Paris».

Το κτίριο στην οδό Κυδαθηναίων χτίστηκε τη δεκαετία του ’60 και εξακολουθεί και σήμερα να υπάρχει, όπου λειτουργεί και θερινό και χειμερινό σινεμά. Δυστυχώς, όμως, λόγω προβλημάτων στατικών το «Σινέ Παρί» θα είναι κλειστό. Μακάρι να διαψευστώ!

Ειδήσεις σήμερα

Υπόθεση «ψευτογιατρού»: Οι… συμβουλές σε 16χρονο καρκινοπαθή και οι «σπάνιες πρώτες ύλες» από την Ελβετία

Τραγωδία στα Χανιά: Τα αναπάντητα ερωτήματα – Τι ερευνούν οι αρχές

Σε σταθερό ρυθμό αποσυμπίεσης το ΕΣΥ: Μειώνονται κρούσματα, διασωληνωμένοι, εισαγωγές

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr


Source link

Related Articles

Back to top button
Close